ホーム >  Term: αντίδοτο
αντίδοτο

Μια επανόρθωση καλύψεως των τοξικών συνεπειών ενός φυτοφαρμάκου (π.χ. θειικό ατροπίνη για carbamate και φωσφορικό δηλητηρίαση).

0 0

作成者

© 2026 CSOFT International, Ltd.